Μονή Λουκούς Αρκαδίας

Η μονή Λουκούς αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα μοναστικά κέντρα της  Αρκαδίας, το πιο σημαντικό στην επαρχία της Κυνουρίας. Είναι δε από τα πιο γνωστά μοναστικά κέντρα και το πιο προσιτό στον προσκυνητή που έρχεται από την Αργολίδα, καθώς προσεγγίζεται εύκολα.
Από το μεσόγειο Άστρος 3 χλμ, δίπλα στον ποταμό Τάνο και πολύ κοντά στο χωριό Κάτω Δολιανά

 

 

Η περιοχή της μονής Λουκούς παρουσιάζει πολλά και αξιόλογα  ενδιαφέροντα στοιχεία. Όπως γράφει ο Κ. Ρωμαίος, εδώ βρισκόταν «η Εύα, η μεγίστη των Θυρεατικών κωμών», σύμφωνα με τον περιηγητή Παυσανία. Εδώ επίσης ήταν το Ιερόν του Πολεμοκράτους, φημισμένο θεραπευτήριο, που περιέθαλπε όσους προσέτρεχαν σε αυτό και «τιμάς παρά των προσοίκων είχε». Ο Ηρώδης ο Αττικός, μία πολυσυζητημένη  προσωπικότητα των ρωμαϊκών χρόνων, που γνώρισε μεγάλη δόξα και ευτυχία, αλλά και τις μεγαλύτερες ανθρώπινες δυστυχίες, έζησε πολλές ημέρες της ζωής του στην περιοχή αυτή, όπου διέθετε κτήματα και πολυτελή έπαυλη.

 

 

 

 

Υπάρχουν πολλές απόψεις σχετικά με το όνομα της Μονής Λουκούς. Πιθανότερη είναι η άποψη ότι προέρχεται από την ρωμαϊκή ονομασία Lucus, που σημαίνει «ιερό άλσος». Σύμφωνα με την παράδοση η μονή χτίστηκε το 1117. Επιπλέον από πατριαρχικό σιγίλλιο του Πατριάρχη Διονυσίου Β΄ (1546 – 1555), μαθαίνουμε ότι ήταν «εξαρχής πατριαρχικό σταυροπήγιο». Κατά τα χρόνια της Ενετοκρατίας (1687 – 1715), στο μοναστήρι εγκαταστάθηκαν Ρωμαιοκαθολικοί μοναχοί (καπουτσίνοι) και όταν έφυγαν πήραν και τις κτητορικές πλάκες του ναού. Λίγα χρόνια πριν την Επανάσταση του 1821, η Μονή είχε μεγάλη περιουσία και έτσι βοήθησε στην ίδρυση αλληλοδιδακτικού σχολείου στο χωριό Άγιος Ιωάννης, το έτος 1765, στο μετόχι της.

 

 

Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, η μονή είχε σημαντική προσφορά στον αγώνα, κυρίως στο στρατόπεδο των Βερβένων, ενώ ο τότε ηγούμενος της μονής, Κωνσταντίνος Κοράλλης, πολέμησε σε διάφορες μάχες. Το 1826, παραμονή της εορτής της Μονής, ο Ιμπραήμ Πασάς έκαψε τη μονή,εκτός από το καθολικό το οποίο σώθηκε.Το 1834 το μοναστήρι, μη συγκεντρώνοντας τον απαραίτητο αριθμό ανδρών, διαλύθηκε αλλά επανιδρύθηκε το 1837. Την ίδια περίοδο διεξήχθησαν στο χώρο της μονής διάφορες ανασκαφές. Η μονή μετατράπηκε σε γυναικεία το 1946.

 

 

 

Στο κέντρο της δεσπόζει ένας πλάτανος. Διακρίνονται μέρη αρχαίων κιόνων.

 

 

Τα κτήρια της μονής αποτελούν ένα παραλληλόγραμμο συγκρότημα, το οποίο είναι πλήρως ανακαινισμένο. Στον προαύλιο χώρο υπάρχουν διάφορα κιονόκρανα και ανάγλυφα που κατά καιρούς έχουν βρεθεί στο χώρο της μονής. Το καθολικό ανήκει στον τύπο του εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλο. Στους τοίχους του καθολικού υπάρχουν εντοιχισμένα διάφορα κιονόκρανα, επιστήλια κ.ά. Εσωτερικά αγιογραφήθηκε το 1649.Σημαντικές είναι, επίσης, οι εικόνες του ξυλόγλυπτου τέμπλου και η εικόνα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος του 17ου αι. Άλλο σημαντικό οικοδόμημα είναι και ο παλαιός πύργος της μονής, «ἔν εἴδει κουλᾶ», κατά τον Ιωσήφ Κοράλλη.

 

 

Από τα κειμήλια της μονής ξεχωρίζουν οι διάφοροι σταυροί, το Τίμιο Ξύλο, τα λείψανα και πάμπολα έγγραφα, μεταξύ των οποίων ο “Κώδικας” της Μονής, γραμμένο από τον ηγούμενο Ιωσήφ Κοράλλη, αδερφό του Κωνστάντιου Κοράλλη. Το μοναστήρι έχει 3 μετόχια: Το ναό της Αναλήψεως στο Άστρος, χτισμένο στη θέση παλαιότερου ναού του Προδρόμου, τον Άγιο Δημήτριο στον Άγιο Ιωάννη και το ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος στο όρος Ζάβιτσα.
Η μονή σήμερα απαριθμεί 10 μοναχές.
Το καθολικό της μονής γιορτάζει στις 6 Αυγούστου, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.

 

 

Σε όλη τη μακραίωνη ζωή της γνώρισε μέρες δόξας και λαμπρότητας, η οποία οφείλεται στους ικανούς και δραστήριους ηγουμένους της. Παράλληλα όμως ταλαιπωρήθηκε από πολλές καταστροφές, πυρκαγιές και διαλύσεις. Ιδιαίτερη αίγλη της έδωσε το εξαιρετικό προνόμιο του «Σταυροπηγίου», που διατηρούσε πάντοτε.

Στις αρχές του 19ου αιώνα ο Βελή Πασάς έσκαψε στη Λουκού για να βρει αρχαία αγάλματα, ενώ λίγο αργότερα οι μοναχοί με πρόχειρες ανασκαφές συγκέντρωσαν αρχαία γλυπτά και τα τοποθέτησαν στην αυλή του μοναστηριού. Όταν αναγνωρίστηκε το Ελληνικό Κράτος, τα σπουδαιότερα κομμάτια δωρήθηκαν στο Μουσείο Αιγίνης (Απρίλιος 1831) και αργότερα τοποθετήθηκαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Τον Οκτώβριο του 1977 η Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία πραγματοποίησε ανασκαφικές έρευνες με σημαντικά αποτελέσματα.

 

 

Στον χώρο όπου απλωνόταν ο αρχαίος οικισμός, υπάρχουν θραύσματα αγγείων, κεραμίδες και μικρές πλάκες από πολύχρωμα μάρμαρα. Στη θέση «Κολόνες», 300 μέτρα περίπου βόρεια του μοναστηριού, υπάρχουν τμήματα από τέσσερις μεγάλους μονολιθικούς γρανιτένιους κίονες και δίπλα τους ένα μεγάλο μαρμάρινο κορινθιακό κιονόκρανο. Σε πολύ μικρή απόσταση σώζεται τμήμα από ένα μεγάλο κτηριακό συγκρότημα. Πρόκειται για την περίφημη Έπαυλη του Ηρώδη του Αττικού, που αποκαλύφθηκε κατόπιν ανασκαφικής διερεύνησης.

Στην αυλή του μοναστηριού υπάρχουν πολλά κιονόκρανα κορινθιακού και ιωνικού τύπου, μαρμάρινες βάσεις κιόνων και αμφικιόνων, επίκρανα παραστάδων, επιστύλια και κίονες. Άλλα αρχιτεκτονικά μέλη είναι εντοιχισμένα σαν διακοσμητικά στην εκκλησία και τα άλλα κτίσματα του μοναστηριού. Νοτιοδυτικά της εκκλησίας και αμέσως έξω από τον μαντρότοιχο του περιβολιού, υπάρχουν θεμέλια μεγάλου κτιρίου με μαρμάρινους κίονες και δάπεδο με μαρμαροθέτημα. Οι περιηγητές μιλούν για ψηφιδωτά δάπεδα που είδαν ανάμεσα στα ερείπια. Ένα τμήμα ψηφιδωτού με γεωμετρικά διακοσμητικά μοτίβα σωζόταν μέχρι τα τελευταία χρόνια σύρριζα στο νότιο τοίχο της εκκλησίας, ενώ τμήμα ενός άλλου αποκάλυψαν οι ανασκαφές του 1977.

Το ρέμα της Λουκούς γεφυρώνεται με τοξοστοιχία, που στηρίζει κτιστό αγωγό νερού. Πρόκειται για υδραγωγείο ρωμαϊκής εποχής, που διοχετεύει το νερό μέχρι σήμερα στον χώρο του μοναστηριού.

 

 

Επιμέλεια – Φωτογραφίες Αλέξανδρος Μπουγάδης
Μέλος του Ομίλου UNESCO Τεχνών , Λόγου και Επιστημών Ελλάδος 
πηγές : βικιπαίδειαΙερά Μητρόπολη Μαντινείας και Κυνουρίας

 

 

You may also like

Κοινοποίηση: